Το να διαλέξεις την επόμενη δουλειά σου δεν είναι πάντα τόσο εύκολο όσο το να απαντήσεις σε ένα email με ένα ξερό «δέχομαι». Πίσω από αυτή την απόφαση κρύβονται ερωτήματα, αμφιβολίες, προσδοκίες και –ας είμαστε ειλικρινείς– και λίγος φόβος.
Για αρχή, ας μιλήσουμε για τις ανάγκες. Θέλεις έναν μισθό που να σε καλύπτει. Θες ανθρώπινο ωράριο, κάποιο περιθώριο εξέλιξης, να μην κοιτάς το ρολόι κάθε δέκα λεπτά. Δεν είναι παράλογο. Θες μια δουλειά που να μη σε εξουθενώνει, αλλά και να σε κάνει να νιώθεις χρήσιμος, να έχει ένα νόημα – έστω και μικρό.
Μετά, έρχεται η φάση του “matching”. Εσύ και η εταιρεία. Κάνετε; Υπάρχει χημεία; Δεν είναι όλα στο βιογραφικό. Είναι και πώς σε αντιμετωπίζουν στη συνέντευξη, αν υπάρχει σεβασμός, αν ακούνε τι λες ή απλά θέλουν να “σε στριμώξουν” με ερωτήσεις του τύπου «πού βλέπεις τον εαυτό σου σε πέντε χρόνια».
Και φυσικά, υπάρχει το ένστικτο. Μπορεί η δουλειά να φαίνεται τέλεια στα χαρτιά, να έχει καλό πακέτο και μοντέρνα γραφεία, αλλά κάτι να σε “τρώει”. Ή το αντίθετο – να είναι μια μικρή εταιρεία, αλλά να νιώσεις ότι εκεί μπορείς να είσαι ο εαυτός σου.
Συχνά, η ζωή μάς ωθεί να επιλέξουμε με βάση τα πρακτικά: τον μισθό, την απόσταση, το ωράριο. Αλλά όσο μεγαλώνουμε (και καίμε τα πρώτα μας επαγγελματικά «λάδια»), αρχίζουμε να κοιτάμε και αλλού. Τους ανθρώπους. Την κουλτούρα. Το αν θα επιστρέφουμε στο σπίτι και θα έχουμε ακόμα διάθεση για ζωή.
Η επιλογή της επόμενης δουλειάς είναι ένας συνδυασμός λογικής και διαίσθησης. Δεν υπάρχει μία σωστή απάντηση. Υπάρχει όμως κάτι που αξίζει να κρατήσουμε: κάθε δουλειά μάς αλλάζει λίγο. Καλό είναι, λοιπόν, να επιλέγουμε εκείνες που μας πάνε κάπου – και όχι απλώς μας κρατούν απασχολημένους.