Μετάφραση Μαρία Φραγκουλοπούλου/Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Ο όρος «ghosting» δεν περιγράφει πλέον μόνο συμπεριφορές στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η έννοια αποδείχτηκε επίσης κατάλληλη για να περιγράψει συμπεριφορές που παρατηρήθηκαν στην αγορά εργασίας.
O όρος «ghosting» περιγράφει μια κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο εγκαταλείπει ξαφνικά ένα άλλο, χωρίς κάποια εξήγηση. Αυτός ή αυτή απλώς εξαφανίζεται και διακόπτει κάθε είδους επικοινωνία. Αρχικώς, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει αυτή τη συμπεριφορά στις διαπροσωπικές σχέσεις, τόσο στην πραγματική ζωή όσο και στο διαδίκτυο. Το κοινό χαρακτηριστικό σε αυτά τα δύο περιβάλλοντα ήταν η ξαφνική και αναπάντεχη διακοπή της επαφής.
Η έννοια αποδείχτηκε επίσης κατάλληλη για να περιγράψει συμπεριφορές που παρατηρήθηκαν στην αγορά εργασίας. Είναι ενδιαφέρον ότι το «ghosting» καταγράφεται και από τις δύο πλευρές – των εργοδοτών και των υποψηφίων εργαζομένων. Όσοι αναζητούν εργασία διηγούνται συχνά τις εμπειρίες τους σχετικά με την αναμονή της απάντησης, έπειτα από μια συνέντευξη, όμως το τηλέφωνό τους παρέμενε σιωπηλό. Αρκετά συχνά η τυπική απάντηση «θα σας ειδοποιήσουμε» αποδεικνύεται ως μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση. Επίσης, πολλοί εργοδότες ή υπεύθυνοι πρόσληψης προσωπικού αναφέρουν παραδείγματα με περιπτώσεις υποψηφίων που δεν εμφανίστηκαν στην συνέντευξη, δεν αποκρίθηκαν στο τηλέφωνό ή δεν απάντησαν στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Άλλοι εργαζόμενοι δεν εμφανίστηκαν την πρώτη μέρα εργασίας. Έτσι απλά, χωρίς κάποια ειδοποίηση, απλώς εξαφανίστηκαν…
Μερικοί ειδικοί στις προσλήψεις προσωπικού αποκαλούν το «ghosting» μια νέα τάση στην αγορά εργασίας. Αυτό το φαινόμενο είναι σίγουρα αρκετά ενδιαφέρον. Έχω την εντύπωση ότι αποτελεί πάνω από όλα μια συμπεριφορά που προκύπτει από την έλλειψη του αλληλοσεβασμού. Μόνο σε αυτό θα απέδιδα φαινόμενα όπως η έλλειψη επαγγελματισμού ή κάποια χαρακτηριστικά που διέπουν την αγορά εργασίας. Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το φαινόμενο δεν εμφανίστηκε από το πουθενά και χωρίς κάποιο αίτιο. Κατά τη γνώμη μου, ανάμεσα σε μυριάδες λόγους, αξίζει να υποδείξω τρία– τα οποία θεωρώ ότι είναι τα πιο σημαντικά:
1. Η κουλτούρα των προσλήψεων, ή καλύτερα η απουσία της. Το ζήτημα αφορά από τη μία τους υπεύθυνους προσλήψεων και από την άλλη τους υποψήφιους – καθώς δεν υφίσταται ανατροφοδότηση ούτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ούτε μέσω τηλεφώνου. Η έλλειψη χρόνου, η περικοπή των δαπανών, ή ο μεγάλος αριθμός των ατόμων που αιτούνται για μια θέση δεν θεωρούνται ικανοί λόγοι για να αιτιολογήσουμε αυτή τη συμπεριφορά. Εντούτοις, κάθε υπεύθυνος προσλήψεων θα μας αναφέρει μια πληθώρα περιπτώσεων με φαινόμενα ανευθυνότητας, απροετοίμαστους υποψήφιους και θλιβερά αδαείς. Μερικές ιστορίες ακούγονται ως αστικοί μύθοι, ή σενάριο ταινίας (κάποιες φορές κωμωδίας, κάποιες φορές δράματος, ακόμα και θρίλερ…)
2. Αγορά εργαζομένων. Θα μπορούσε κανείς να αποδεχτεί την άποψη ότι ένας μεγαλύτερος αριθμός προσφορών σήμαινε ότι ορισμένοι υποψήφιοι ένιωσαν περισσότερο άνετα κατά τη διαδικασία πρόσληψης και καθοδηγήθηκαν από τα δικά τους οφέλη. Αιτούμενοι σε αρκετές θέσεις εργασίας, επέλεξαν την προσφορά που θεωρούσαν ότι ήταν η πιο ελκυστική. Το πλήθος των επιλογών όχι μόνο κατέστησε ευκολότερη την απόφασή τους για να αλλάξουν εργασία, αλλά μερικές φορές διαμόρφωσε χαλαρές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρόσληψης. Ωστόσο, οι πρόσφατες εβδομάδες μάς έδειξαν πόσο δυναμική είναι αγορά εργασίας. Η μετάβαση από την αγορά των εργαζομένων στην αγορά των εργοδοτών είναι ταχύτερη και πιο δυναμική από ό, τι υποθέτουν οι ειδικοί. Η κρίση προέκυψε αναπάντεχα και ξαφνικά. Τι μάς δίδαξε αυτή η κατάσταση; Πρώτα από όλα δεν αξίζει να κόβουμε τις γέφυρες επικοινωνίας. Δεν γνωρίζει κανείς ποτέ, πότε θα προκύψει να συνεργαστεί ξανά με τον ίδιο εργοδότη…
3. Η υποτίμηση των θεμάτων που σχετίζονται με την ηθική και την επαγγελματική συμπεριφορά στα μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού (ειδικά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση). Οι εκπαιδευόμενοι δεν θα πρέπει να μαθαίνουν μόνο πώς να συντάσσουν μια συνοδευτική επιστολή και πώς να απαντούν στις δέκα πιο συχνές ερωτήσεις κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης. Αξίζει, επίσης, να γνωρίζουν θέματα που σχετίζονται με την εργασιακή δεοντολογία. Γνωρίζω πολύ καλά ότι για ορισμένους κάτι τέτοιο φαντάζει μη ελκυστικό και παλαιομοδίτικο, όμως αντίθετα με τα φαινόμενα – είναι πολύ πρακτικό. Προτείνω να εξετάσουμε το «ghosting» υπό όρους δεοντολογίας, ωριμότητας, σεβασμού προς τον άλλον και επαγγελματισμού, ανεξάρτητα αν πρόκειται για εργοδότες ή υποψήφιους. Η εργασιακή νοοτροπία, οι κανόνες της συμπεριφοράς και η ευπρέπεια δεν είναι κενές, παρωχημένες έννοιες. Είναι έννοιες πολύ σημαντικές στα πλαίσια της οικοδόμησης της φήμης και της θέσης ενός εργαζόμενου σε έναν κλάδο και στο περιβάλλον εργασίας. Για εκείνους για τους οποίους αυτά τα επιχειρήματα είναι πολύ γενικά και ανακριβή, προτείνω ένα πολύ πρακτικό και συνηθισμένο επιχείρημα: δεν ξέρεις ποτέ σε ποια περίπτωση και υπό ποιες συνθήκες θα συναντήσεις κάποιον ξανά στην αγορά εργασίας. Σκεφτείτε αν αξίζει να κόψετε γέφυρες επικοινωνίας και αν θέλετε πραγματικά να αφήσετε πίσω την απογοήτευση και ένα πλήθος αρνητικών συναισθημάτων. Η επαγγελματική φήμη βελτιώνεται συνήθως μέσω μιας μακράς και επίπονης διαδικασίας. Γιατί να διαβρωθεί με μια ανεύθυνη συμπεριφορά;
Το «ghosting» είναι ένα φαινόμενο στο οποίο όλοι χάνουν. Αυτές οι απώλειες δεν αφορούν μόνο τα χρήματα και τον χρόνο. Συμπεριλαμβάνουν ταυτόχρονα κατηγορίες όπως το καλό όνομα, η φήμη και το προϊόν του εαυτού μας. Στην πρόληψη του «ghosting», το πιο σημαντικό είναι ο αμοιβαίος σεβασμός και η ικανότητα να κοιτούμε λίγο μακρύτερα από τη μύτη μας. Η οπτική των άλλων είναι επίσης σημαντική. Πριν εξαφανιστούμε, αξίζει να αναρωτηθούμε αν θα επιθυμούσαμε να μάς φερθούν με τον ίδιο τρόπο.
Ας συμπεριφερθούμε ο ένας στον άλλον με σεβασμό και επαγγελματισμό. Όλοι κερδίζουμε από αυτό.
H δρ. hab. Małgorzata Rosalska
είναι παιδαγωγός, σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού, βοηθός καθηγητή στο τμήμα Διά Βίου Μάθησης και Επαγγελματικού Προσανατολισμού του Πανεπιστημίου Adam Mickiewicz στην Πόζναν. Ειδικεύεται στον επαγγελματικό και τον εκπαιδευτικό προσανατολισμό, την πολιτική της αγοράς εργασίας, την εκπαίδευση ενηλίκων και την εκπαιδευτική πολιτική. Επίσης είναι πρέσβειρα της Epale.